Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

IT HAS BEGUN

Ναι για σένα είναι
Υπότιτλος: Ναι σε σένα μιλάω











Υ.Γ. Δεν μπορώ να υποσχεθώ ότι δε θα υπάρξει βασανισμός πρώτα. Το μόνο που πιθανώς να σε γλιτώσει από την αργή βημα-βημα κάθοδο σου προς την Κόλαση ,που τα βράδια υφαίνω από τα σωθικά μου, σαν καρτερική αράχνη, για να μπεις, είναι η βαθιά μου ανάγκη να σε δω να πεθαίνεις από το σπαθί μου ανάμεσα σε πλήθος. Θα προτιμούσα, η (καθόλα δίκαιη) εκτέλεσή σου να γίνει δημόσια, διότι θα ήθελα να αντικρύσω τα έντρομα μάτια των δικών σου ανθρώπων καθώς θα πιτσιλιούνται με το αίμα σου που (στο υπόσχομαι) θα σκορπίσει άφθονο προς κάθε σημείο του ορίζοντα, ο έμπιστός μου φίλος, το ατσάλι. Θα ήθελα να αντικρύσω τα έντρομα μάτια των δικών σου ανθρώπων καθώς θα πιτσιλιούνται με το αίμα σου και να τους δω να χάνουν την επαφή με την πραγματικότητα ως κάτι βιώσιμο και ανεκτό, καθώς τα δευτερόλεπτα θα περνούν πια μετρούμενα με τον ήχο που θα κάνουν οι στάλες απ' το αίμα σου κυλόντας από τα μέτωπά τους στο πάτωμα.

πλιτς
πλιτς
 πλιτς.

Και κείνη ακριβώς τη στιγμή, την ιερότερη στιγμή της ζωής μου-του θανάτου σου, θα γονατίσω ευλαβικά, σαν σε Duomo, θα σκύψω τη γλώσσα μου στο πάτωμα και θα γευτώ  τον σταλαγματικό, κόκκινο-παρελθοντικό σου χρόνο, και θα προσευχηθώ στους Ουρανούς να συγχωρέσουν την ψυχή μου.




Όταν κοιμάσαι το 
βράδυ να αφήνεις 
ένα μάτι ανοιχτό
Κι όταν η φαντασία 
σου παίζει ηχητικά 
παιχνίδια στο σκοτάδι
να ξέρεις πως κάποια
νύχτα η παραίσθηση
θα είμαι εγώ.



Απέραντο Ατέρμονο Ατελείωτο μίσος για πάντα,

Αυτός που θα δει
 την ψυχή σου 
να γλιστράει
 μέσα από το βλέμμα σου.




Y.Γ2. Αφιερωμένο Εξαιρετικά
       Ξαφνικά μια καμπάνα αντήχησε στην πλώρη.
   Όλο το πλήρωμα γονάτισε, ενώ ο ξυλουργός του πλοίου, με τη βοήθεια τριών ναυτών, σήκωνε το πτώμα, τοποθετώντας το στο ξύλο του παραπέτου.
    Μια πένθιμη σιωπή βασίλεψε τότε στη γέφυρα. Θα έλεγε κανείς ότι και η θάλασσα σώπαινε και δε μουρμούριζε πιά.
   Όλων τα μάτια ήταν στραμμένα στον Μαύρο Κουρσάρο, η μαύρη σιλουέτα του οποίου τονιζόταν παράξενα στο γκριζωπό φως του ορίζοντα.
    Η μεταλλική και ρωμαλέα φωνή του έσπασε ξαφνικά τη σιωπή.
- Ανθρωποι της θάλασσας!... φώναξε Ακούστε με!... Ορκίζομαι στο Θεό, στα κύματα αυτά που είναι πιστοί σύντροφοι και στην ψυχή μου ότι δεν θα ησυχάσω ποτέ αν δεν εκδικηθώ τους αδελφούς μου που δολοφονήθηκαν από τον Βαν Γκουλντ. Αστραπές να κάψουν το πλοίο μου, τα κύματα να με καταπιούν μαζί σας. Οι δύο Κουρσάροι, αυτος που κοιμάται και κείνος που θα κοιμηθεί σ'αυτά τα νερά, στις αβύσσους του μεγάλου κόλπου να με καταριούνται. Η ψυχή μου να βασανίζεται στην κόλαση, αν δεν σκοτώσω τον Βαν Γκούλντ και δεν εξοντώσω όλη την οικογένειά του, όπως αυτός εξόντωσε τη δική μου!... Άνθρωποι της θάλασσας!... Μ'ακούσατε;...
- Nαι, απάντησαν οι πειρατές και ο φόβος διακρινόταν στα πρόσωπά τους.
    Ο Μαύρος Κουρσάρος είχε σκύψει και κοιτούσε τα φωτεινά κύματα.
- Στο νερό η σορός! φώναξε με βραχνή φωνή.1











 
1 Εμίλιο Σαλγκάρι, Ο Μαύρος Κουρσάρος  (Αθήναι: Αφοι Στρατίκη),57










4 σχόλια: