Σάββατο, 24 Μαΐου 2014

Στο μπούτσο μου οι τίτλοι (φακ ντα πολισ)

      Αυτό που κυριαρχούσε περισσότερο στη μορφή του δεν ήταν η μορφή του. 
Λίγα λεπτά αν του μιλούσες καταλάβαινες ότι ήταν άνθρωπος περιορισμένης υλικότητας. Υφίστατο λιγότερο αλλά κυρίως σκεφτόταν. Θα μπορούσε, δηλαδή, να μη φαίνεται καν, μα θα έβλεπες στη θέση του άφαντου σώματος, έναν λειτουργικό εν ζωή εγκέφαλο (ο οποίος θα ίπτατο σε ύψος λίγο κάτω από 1,80) να κατεβαίνει με ιλιγγιώδη ταχύτητα τις κατηφόρες του Ζωγράφου. Δεν ξεχώριζε με κανέναν τρόπο από τους γύρω του. Δε θα τον πρόσεχες εύκολα.* 
       Αυτό που κυριαρχούσε περισσότερο στη μορφή του δεν ήταν η μορφή του. 
Μερικές φορές δεν ήμουν καν σίγουρος αν θα συνέχιζε να κρατά την ύλη που τον αποτελούσε συγκροτημένη. Αν θα επέλεγε να διατηρεί την μοριακή του δομή ή αν απλά ,συνειδητά, θα διαλυόταν στις χορδές που συγκροτούν τα υποατομικά του σωματίδια, μετατρεπόμενος σε έννοιες, μόνο και μόνο, για να πετάξει(ουν) μακρυά, ξινίζοντας την (κυριολεκτικά) κατακερματισμένη, εννοιακή ,νέα- υπόστασή του για να ειρωνευτεί κάποια ατυχή δήλωσή μου.
       Αυτό που κυριαρχούσε στη μορφή του, δεν ήταν η μορφή του.
Ήταν τα κατάμαυρα μαλλιά του, 
τα οποία βρίσκονταν
              σχετικά παντού,
              σχετικά όλη την ώρα
              και σχετικά πενταδιάστατα.
Κυρίως για αυτόν (αλλά και κάποιους άλλους λόγους), το χρώμα που τον συνόψιζε [θεωρητικά] ήταν το μαύρο.
Ήμασταν κάπου αλλά δεν θυμάμαι το φως. Μόνο τον ήχο της φωνής του.
Μερικά βράδια τον ακούω στο κεφάλι μου και νομίζω ότι είναι ο Θεός που μου λέει να κάψω τον κόσμο.
Και μετά ήρθε η σιωπή (αν και ο υπόκωφος βόμβος των μελισσών πάντα παρίστατο σαν μουσικό χαλί).
       Έβαλε τα χέρια του στα μάγουλά του και άρχισε να πιέζει, με όλη τη δύναμη που τον διακατείχε, το κρανίο του. Μια μικρή σχισμή εμφανίσθηκε στην κορφή του κεφαλιού του. Από μέσα άρχισαν να αναβλύζουν πτωματοφάγες προνύμφες μύγας (sub specie Calliphora vomitoria). Αυτά  τα μικρά τα άσπρα που κουνιούνται στις ταινίες stop-motion-αποσύνθεσης για αλεπούδες.
Τα μαζέψαμε και τα βάλαμε σε δύο μεγάλα, στρογγυλά λευκά πιάτα.
Καθίσαμε αντικριστά στο πανάρχαιο και σοβαρό ξύλινο τραπέζι της κουζίνας του.
Τα φάγαμε συζητώντας και γελώντας.
Γίναμε φίλοι για πάντα αλλά κάποια χρόνια αργότερα τον δολοφόνησα για να φάω τον εγκέφαλό του και να προσεταιριστώ τις δυνάμεις του, όπως έκαναν οι κυνηγοί κεφαλών με τους αντιπάλους τους.
Το νευρωνικό αυτό λάχανο ήταν πράγματι τόσο εύγευστο όσο το είχα ονειρευτεί.






* [Εκτός βέβαια αν άνοιγε το στόμα του. Εκεί τον πρόσεχες θες δε θες.]


























2 σχόλια:

  1. γίναμε φίλοι για πάντα-ας έληγε εκεί-ποτε δεν θα τον έτρωγε-νομίζω τον αγαπούσε-η αγάπη είναι κανίβαλος και τα σχετικά

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. me ksereis polu kala.h teleutaia protash htan pros8hkh metagenesterh dld arxika ekei teleiwne ^^. "h agaph einai kanibalos"->fuck yaaaah

      Διαγραφή