Παρασκευή, 12 Απριλίου 2013




Η ιστορία του ανθρώπου που έφαγε τον εαυτό του

Ένας τρελός άνθρωπος, είπε κάποτε σε κάποιους άλλους ανθρώπους, ότι μπορούσε να ξεσκίσει τις σάρκες του με τα γυμνά του χέρια και τα δόντια του και να καταβροχθίσει τον ίδιο του τον εαυτό μέχρι να επέλθει ο θάνατός του. Αυτός ο άνθρωπος, στη συνέχεια, πήγε σε μία εκκλησία που βρισκόταν εκεί κοντά, σε κάποιο λόφο. Κάθισε στην Αγία Τράπεζα και άρχισε να αποσπά κομμάτια από  τη σάρκα του και να τα καταβροχθίζει με επιστημονική αντικειμενικότητα έως ότου πέθανε. Ο άνθρωπος αυτός, όπως γνωρίζω, κυοφορούσε ένα δαιμόνιο το οποίο, μετά τον αιμορραγικό θάνατο του ανθρώπου, εξήλθε από την εναπομείνουσα ουρήθρα του. Και έτσι έμεινε το πτώμα του ανθρώπου μισοφαγωμένο πάνω στα λείψανα των Αγίων, στον, κατά τα άλλα, πολυσύχναστο Ναό. Αυτό ήταν το τέλος της ιστορίας του τρελού ανθρώπου· και στη  συνέχεια η συγγραφική λογική υπαγορεύει την παράθεση της αρχής και της μέσης της όμως κανείς δεν τις ανακάλυψε για να τις αποδώσει.
        Ο προηγούμενος αφηγητής, όχι τόσο από έλλειψη πληροφοριών, όσο από παράνοια, δεν απέδωσε όλο το γνωστικό πεδίο της ιστορίας του ανθρώπου που έφαγε τον εαυτό του. Ο προηγούμενος αφηγητής, επιπλέον, βρέθηκε νεκρός στο σπουδαστήριό του, σε προκλητική στάση. Ο φρικτός θάνατός του είχε επεισέλθει από  ένα έντομο το οποίο ευθύνεται για τη βορά του εγκεφάλου του. Έτσι, η συγγραφική μου ηθική καθιστά υποχρεωτικό να προσκομίσω εγώ τα παραληφθέντα δεδομένα της ιστορίας του ανθρώπου που έφαγε τον εαυτό του. Δεν είναι γνωστό πώς ακριβώς δημιουργήθηκε, ήρθε στον κόσμο δηλαδή, αυτός ο άνθρωπος, όμως οι προλετάριοι  χωρικοί λένε ιστορίες όταν ο καρπός του κριθαριού χύνει τη σκέψη τους, για αιμομιξία ενός πατέρα με την κόρη του, η οποία δεν πρέπει να  είχε ξεπεράσει τον ενενηκοστό όγδοο σεληνιακό κύκλο ζωής. Στην νεότητά του, ο άνθρωπος αυτός, περιπλανήθηκε για κάποιο ευθύγραμμο χρονικό διάστημα στην ύπαιθρο, τρεφόμενος με κουφάρια ζώων ή ανθρώπων, τα οποία έβρισκε  άσχετα με τον πιθανό βαθμό αποσύνθεσης  στον οποίο αυτά είχαν περιέλθει κάθε φορά. Ένας μοναχός υποστήριζε πως για αρκετούς σεληνικούς κύκλους κάποια βλάσφημη ύπαρξη, ξέθαβε τους τεθνεώτες από το νεκροταφείο, οι οποίοι αποκαλύπτονταν  στην αυγή, “ΜΑ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ!”, μισοφαγωμένοι. “Αυτά είναι έργα του Σατανά!”, σταυροκοπήθηκε και άρχισε να ψέλνει σιγανά το Ave Maria. Παρότι  μπορεί να σκεφτεί ο αναγνώστης, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως αυτός ο άνθρωπος ήταν ένας θνητός άνθρωπος, όπως όλοι, ή τουλάχιστον όπως οι περισσότεροι όλοι. Δούλεψε σε ένα μαραγκό για κάποιους σεληνιακούς κύκλους και στη συνέχεια τα ίχνη του χάνονται και πάλι. Δηλαδή για να ακριβολογούμε, δεν χάνονται, απλά εμείς δε γνωρίζουμε πού αυτός τα τοποθετούσε εκείνο τον καιρό. Γνωρίζουμε όμως πως ο άνθρωπος αυτός απήγαγε αρκετά αρσενικά βρέφη από τους κατοίκους γονείς τους τα οποία βίαζε μέχρι να πεθάνουν. Σε αυτό το σημείο μπορώ να πω ότι μοιάζουμε εγώ και αυτός, αν εξαιρέσει κανείς ότι εγώ είμαι ζωντανός και ίσως το φύλο των βρεφών. Αυτά τα βρέφη επιστρέφονταν στους οικογενειακούς κατοίκους.
    Πιθανότατα στην ώριμη ηλικία του πολέμησε στο πλευρό των Αιρεσιαρχών εναντίων των Χριστιανών και των Φιλανθρωπιστών, στις αιματηρές μάχες εκείνης της εποχής (που δεν είναι ιδιαίτερα απομακρυσμένη από το χρονικό σημείο του σήμερα, ίσως περίπου πενήντα σεληνιακούς κύκλους). Διακρίθηκε με κάποια στρατιωτική τιμή και στη συνέχεια αποχώρησε διότι κάποια άγνωστης μορφής ασθένεια τον είχε προσβάλει. Ίσως σε εκείνο το σημείο του ευθύγραμμου χρόνου που διέπει την κυβική Γη, εμπνεύστηκε την ιδέα να καταβροχθίσει τον εαυτό του. Ένα σχέδιο, μεγαλοφυές και προοδευτικό, το οποίο, όπως γνωρίζει ο αναγνώστης, διεκπεραίωσε με απόλυτη επιτυχ
    Η δολοφονία του προηγούμενου αφηγητή από τον υποφαινόμενο συνέβη. Ας μη βιαστεί ο οποιοσδήποτε να απαγγείλει κατηγορίες, καθώς το έργο του εν προκειμένω αφηγητή ήταν ανάγκη εφαρμογής της Θείας Δίκης . Γιατί ο άξεστος αυτός άνθρωπος, που με τον σατανικό του τρόπο κατάφερε να ξελογιάσει τον διανοούμενο που γράφει αυτό το κείμενο και να τον παρασύρει σε ερωτικές ακολασίες, είχε διαπράξει πολλά ασυγχώρητα εγκλήματα που εκλιπαρούσαν για κάθαρση : Ένα από αυτά ήταν και ο βιασμός ενός θηλυκού βρέφους το οποίο υπήρξε κάποτε η αδελφή του υποφαινόμενου. Και το συγκεκριμένο αμάρτημα είχε παραβλεφθεί για πολύ περισσότερο καιρό από όσο επιτρεπόταν από τον συγγραφέα αυτού του κειμένου, ο οποίος πιστεύει πως έχει περισσότερη συγγραφική δύναμη από τον προηγούμενο αφηγητή, για να αποδώσει με γλαφυρότερο τρόπο, και με τη βοήθεια των Θεών, τα δεδομένα της ιστορίας του ανθρώπου που έφαγε τον εαυτό του. Ο άνθρωπος αυτός, ο οποίος (η μνήμη αδυνατεί να παραγκωνίσει) είχε αντίστοιχη διεστραμμένη ενασχόληση με τον προηγούμενο αφηγητή ως προς τα νεογνά, εθεάθηκε λίγο πριν το βλάσφημο (μα καθόλα δίκαιο) θάνατό του να διδάσκει σε ένα σχολείο. Άγνωστο το πώς έμαθε τις θεωρητικές επιστήμες αυτό ο αχρείος, τόλμησε να φορέσει προβιά αμνού και να εισέλθει σα λύκος ανάμεσα στο ανυποψίαστο ποίμνιο, διαφθείροντας τις ψυχές τους με τις ιδέες του. Οι μιαρές αυτές σοφιστείες (όσες τουλάχιστον καταγράφηκαν) σοκάρουν τον πιστό άνθρωπο και μόνον ο Χρόνος γιατρεύει τον πνευματικό πειρασμό. Ιδέες για τον ελεύθερο (μα τους Αρχαίους Θεούς) σεξουαλικό βίο, την ανωτερότητα των θηρίων από τον άνθρωπο, της ανυπαρξίας της πλάσης και του σκοπού του ανθρώπινου είδους. Για αρκετό διάστημα κήρυξε αυτές τις ιεροσυλίες , ο άνθρωπος που έφαγε τον εαυτό του, μέχρις ότου ανακαλύφθηκε ο δόλος του και τράπηκε σε φυγή, κρυβόμενος και πάλι στην ύπαιθρο, όπως αξίζει σε ένα τέρας.
    Αυτό το κείμενο δεν ανταποκρίνεται των προσδοκιών του υποφαινόμενου, ο οποίος ανακαλύπτει πως είναι ένας πενιχρός συγγραφέας και αποφάσισε ευθύς αμέσως να αφαιρέσει τη ζωή του για να επιτύχει την κάθαρση.
 Όλοι οι προηγούμενοι αφηγητές, φλυάρησαν με στόμφο για τον άνθρωπο που έφαγε τον εαυτό του. Όμως, μόνο ΕΓΩ έχω έρθει σε επαφή μαζί του. Μίλησαν για έναν άνθρωπο τον οποίο δε γνώρισαν, με τη μεγαλομανία που διακρίνει τους λογίους. Όμως εγώ  ξέρω… Λένε πως τα παιδιά δεν θυμούνται τα πρώτα χρόνια της ζωής τους. Όμως ΤΙΠΟΤΑ (και αυτή η κατάρα θα βιάζει την ψυχή μου αιώνια) δεν μπορεί να με κάνει να αποβάλω από το συνειδητό μου έστω τη θύμηση, τη γεύση, τη μυρωδιά, κάθε μαρτυρικό απειροελάχιστο τμήμα του χρόνου που υπήρξε. Έχεις ήδη διαβάσει για τα νεκρά βρέφη. Το πρόβλημα όμως είναι ότι δεν απεβίωσαν όλα. Ένα βρέφος, ένα μικρό ξανθό νεογνό δώδεκα περίπου σεληνιακών κύκλων επέζησε.
Κι αυτός ήμουν εγώ.
Το τέρας αυτό που καθένας περιμένει να έχω ξεχάσει και με μακαρίζουν γι αυτό, υπήρχε από την ανατολή μέχρι τη δύση του Μεγάλου Ήλιου, στην σκέψη, στην ψυχή μου, στην καρδιά μου. Κάθε δύση, όταν ο Μέγας Ήλιος κοιμάται στο πορφυρό κάστρο του αποκοιμιέμαι περιλουσμένος από τα αναφιλητά και τους θρήνους· άναρθρες κραυγές και σκέψεις για Αυτόν. Κάθε τμήμα του πόνου και του τρόμου του βιασμού μου από Αυτόν είναι ζωντανό σαν να μου συνέβη χτες. Κι ας με μακαρίζουν που υπήρξα μικρός και που δεν έχω μνήμες.
ΚΑΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΤΟΝ ΒΡΩ, θέλω να τον βρω · και καθώς τα γράφω αυτά τα πικρά μου δάκρυα κυλούν στα νεανικά μου μάτια.
Ω η μορφή!
Ω η όμορφη φρέσκια νιότη και το ζηλευτό παρουσιαστικό μου δεν απεικόνισαν ποτέ το βόθρο της ψυχής μου.
Τη θλίψη, την αγωνία, ποτέ οι άνθρωποι δε διάβασαν στα γαλανά μάτια και τα κόκκινα χείλια.
ΕΡΜΑΙΟ ΤΗΣ ΕΙΡΩΝΙΑΣ ΤΩΝ ΘΕΩΝ ΠΕΝΘΩ ΓΙΑ ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΕΡΩΤΑ.
Γιατί θέλω να πάω και να τον βρω. Θέλω να δω το πρόσωπό του ξανά και να τον σφίξω στην αγκαλιά μου με μίσος, αγάπη και έρωτα.
Απόσπασμα από τη Θεωρία των ψυχών-κουτιά  του ανθρώπου που έφαγε τον εαυτό του:
“Οι ψυχές των ανθρώπων μοιάζουν με σφαιρικές μπάλες φωτός. Αυτοί οι φωτεινοί δαίμονες ζουν μέσα σε ένα κουτί ο καθένας. Άλλοι άνθρωποι έχουν όμορφα αναπαυτικά κουτιά από βελούδο. Άλλοι άνθρωποι έχουν κουτιά με νερό μέσα. Κάτι σαν μικροσκοπικά ανθρώπινα ενυδρεία. Άλλοι, οι λιγότερο τυχεροί, ζουν τις ψυχές τους σε βρωμερά κουτιά που σε κάθε τοίχο τους φυτρώνουν υπερμεγέθη καρφιά. Τα κουτιά όμως είναι τόσο μικρά που αν η ψυχή θελήσει να μετακινηθεί μέσα σε αυτά, μπαίνουν  βαθιά μέσα της τα σπιρούνια αυτά της κατοικίας της. Έτσι πρέπει να επιλέγει αν θα το επιχειρήσει ξανά. Αν θα θυσιάσει στο βωμό του πόνου την ελευθερία των κινήσεών της [έστω και μηδαμινή (η ψυχή δεν γνωρίζει πως ο χώρος είναι άπειρος καθώς πιστεύει πως όλος ο κόσμος είναι το κουτί της. Το πώς το πίστεψε αυτό το παραμύθι είναι άγνωστο και η σύμβαση αυτή χάνεται στα βάθη της αρχής του Ενός). Και παρόλα αυτά, η ψυχή δεν έχει σκεφτεί ποτέ ότι αφού υπήρχε ένας χώρος μεγαλύτερος από τον χώρο στον οποίο βρίσκεται: το κουτί της, το οποίο προσθέτει λίγα κυβικά εκατοστά στον άδειο χώρο μέσα του,
αυτό λογικά δεν αποκλείει την πιθανότητα να υπάρχει ένα ακόμα μεγαλύτερο ον, ίσως κουτί (γιατί το κουτί είναι το μόνο ον που γνωρίζει). Ίσως, (αν η ψυχή γνώριζε την ύπαρξη των άλλων κουτιών) να σκεφτότανε ακόμα πως υπάρχει ένα Μεγάλο Κουτί: αυτό που περικλείει όλα τα κουτιά των ψυχών. Τα όμορφα, τα άσχημα, αυτά που είναι κάπως μεγαλύτερα… όλα]
Το ζήτημα είναι ότι οι ψυχές, κλεισμένες στα ξύλινα αεροστεγή φυλάκιά τους, δεν γνωρίζουν για την πολυκοσμία του κόσμου τους. Υπολογίζεται ότι υπάρχουν γύρω στις 1000 ψυχές- κουτιά συγκεντρωμένες. Έτσι  οι ψυχές αναγκάζονται να περνούν την αιωνιότητα στη μοναξιά, χωρίς καμία ακτίνα φωτός  (εκτός από το λιγοστό φως που εκπέμπουν οι ίδιες, καθώς είπα πριν ότι είναι σα φωτεινές μπάλες φωτός. Βέβαια, μετά τα πέντε τους χρόνια το φως τους γίνεται σιχαμένο και αηδιαστικό οπότε δεν έχει νόημα). Αντίθετα κάποιες ψυχές νομίζουν ότι βλέπουν άλλες ψυχές. Υπάρχουν ψυχές που θα υποστηρίξουν ότι στο κουτί τους φιλοξενούν κι άλλες ψυχές τις οποίες έχουν μαζέψει με την πάροδο των χρόνων. Θα σας σύστηναν με ευκολία τη γυναίκα τους, τα παιδιά τους, τον κουμπάρο τους, το σκύλο τους, τα λεφτά τους. Όμως, καθώς οι ψυχές δεν έχουν δει ποτέ άλλες ψυχές και προφανώς δεν έχουν καθρέφτη στο μικρό κουτί τους (για να πάρουν μια ιδέα τουλάχιστον) ξεγελιούνται από τις σκιές που πλάθει η φαντασία τους. Ακόμα κι όταν δύο ανθρώπινα πλάσματα εισέλθουν το ένα μέσα στο άλλο, (που είναι ότι πιο κοντινό μπορούν να κάνουν δύο άνθρωποι) οι ψυχές τους ποτέ δε θα μπορέσουν να δουν ή έστω να έρθουν σε επικοινωνία η μια με την άλλη.     Οι ψυχές μέσα στη βλακεία τους προβάλουν ψεύτικα και χυδαία «είδωλα»- απομιμήσεις ψυχών μέσα στο κουτί τους βαυκαλίζοντας τον εαυτό τους πως έχουν «συντρόφους» μέσα στο κουτί τους αναπαράγοντας ουσιαστικά τον βαρετό πολυαγαπημένο εαυτό τους. Ποτέ όμως δε θα μάθουν την αλήθεια.”

Δεν  μπορώ, πραγματικά μου είναι ιδιαίτερα δύσκολο… θέλω να πω ότι αδυνατώ να καταλάβω γιατί ένα τέτοιο κείμενο (που κακώς αποκαλείται Ιστοριογραφία)…ναι σκουπίδι, καλύτερα σκουπίδι… μια λυπηρή προσπάθεια ανεπαρκών αφηγητών… αυτό είναι… τίποτε άλλο.
Νιώθω τον ιδρώτα να τρέχει στην πλάτη μου… αυτό το άγχος… αέναο… σε πνίγει. Ας χαλαρώσω την γραβάτα μου… τίποτα… σκουπίδι είναι. Αν κάποιος περιμένει (σε σένα απευθύνομαι άμοιρε αναγνώστη) κάποια «λύση» μυστηρίου περί του ανθρώπου που έφαγε τον εαυτό του… ποιος ήταν… αδίκως περιμένεις. Αυτό το κείμενο δεν έχει νόημα και δεν καταλαβαίνω πώς συνεχίζει να διαιωνίζεται… Σήμερα πέθανε η ψυχή μου.
ΤΕΛΟΣ















Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου